σκέπτομαι

σκέπτομαι / ἐπι|σκέπτομαι глядеть, рассматривать; выверять (ср. скептический)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σκέπτομαι" в других словарях:

  • σκέπτομαι — σκέπτομαι, σκέφθηκα και σκέφτηκα βλ. πίν. 12 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σκέπτομαι — και σκέφτομαι σκέφτηκα 1. συλλογίζομαι: Σκέφτηκε πολύ πριν απαντήσει. 2. σκοπεύω: Σκέφτεται να κάνει ένα ταξίδι στο εξωτερικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκέπτομαι — look pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκέπτομαι — ΝΑ και σκέφτομαι Ν 1. κάνω σκέψεις, διανοούμαι, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι, στοχάζομαι (α. «θα τό σκεφθώ και θα σού απαντήσω» β. «ὃ πολλάκις ἐσκεψάμην», Θουκ.) 2. (η μτχ. τού παθ. παρακμ.) εσκεμμένος, η, ο αυτός που γίνεται μετά από σκέψη,… …   Dictionary of Greek

  • σκέπτομαι — [скэптомэ] р. думать, обдумывать, раздумывать, замышлять, намереваться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σκέπτεσθε — σκέπτομαι look pres imperat mp 2nd pl σκέπτομαι look pres ind mp 2nd pl σκέπτομαι look imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσκεμμένα — σκέπτομαι look perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐσκεμμένᾱ , σκέπτομαι look perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐσκεμμένᾱ , σκέπτομαι look perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτομένω — σκέπτομαι look pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual σκέπτομαι look pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτομένων — σκέπτομαι look pres part mp fem gen pl σκέπτομαι look pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτόμεθα — σκέπτομαι look pres ind mp 1st pl σκέπτομαι look imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτόμενον — σκέπτομαι look pres part mp masc acc sg σκέπτομαι look pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.